Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2006

fcuk usa

Βελιγράδι 2006. Υπέροχη πόλη. Νεοκλασικά κτίρια. Δέντρα παντού. Πάρκα τεράστια. Κάστρα μεσαιωνικά. Παγοδρόμια σε κάθε γειτονιά. Ο Δούναβης και ο Σάβα να δίνουν ζωή στους κατοίκους από τη ζωή τους. Πολιτισμός. Σε κάθε τετράγωνο, δυο γκαλερί τουλάχιστόν. Όπερα με 50 δηνάρια! Η μία έκθεση φωτογραφίας απέναντι από την άλλη. Σχολή κινηματογράφου. Τα φώτα που εμείς δεν θα μπορέσουμε να χρησιμοποιήσουμε ποτέ, τα είχαν για να φωτίζουν και να διακοσμούν τους διαδρόμους! Αίθουσες μεγάλες. Άνθρωποι γελαστοί, ανοιχτόχρωμοι και ψηλοί (!!!) που μας άκουγαν να μιλούμε ελληνικά και μας φώναζαν "Γεια σου!" και πολλές φορές ακόμη "Σπούδαζα Θεσσαλονίκη..." Είναι δυνατόν να είχε πόλεμο πριν από 5 χρόνια αυτή η πόλη; Πουθενά κανένα ίχνος.
Βραστά αυγά, φασόλια με κρεμμύδια, ψωμί από καλαμπόκι και ζεστό γλυκό κρασί με κανέλα και γαρίφαλο.
Αυτό είναι το Βελιγράδι όπως πίστευα μέχρι προχθές όπου λέμε είμαστε τόσες μέρες εδώ και είμαστε συνέχεια δίπλα στο ποτάμι. Παραπέρα δεν πήγαμε. Πάμε να ακολουθήσουμε ένα δρόμο και όπου μας βγάλει. "Πηγαίντε να δείτε το δρόμο με τα βομβαρδισμένα κτήρια από τους αμερικάνους", μας είπε κάποιος που πήγαινε συχνά στο Βελιγράδι. "Τον αφήσανε έτσι και δεν θα τον ανοικοδομούνε". "Που είναι;" Μας εξηγεί κάπως και μας λέει ρωτήστε. Προχωράμε. Ρωτάμε και κάνα δυο άτομα στο δρόμο που όμως επειδή δεν μιλάνε καλά αγγλικά δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, δεν το βρίσκουμε και λέμε άστο μωρέ, μπορεί να το ψάξουμε ξανά αργότερα. Προχωράμε και βλέπουμε τυχαία ένα κτήριο που του έλειπε ένα κομμάτι από μια άκρη αλλά επειδή ήταν πολύ ομοιόμορφα κομμένο είπαμε ότι ίσως να το γκρεμίζουνε από μόνοι τους οι Σέρβοι για να χτίσουν κάτι άλλο.
Προχωράμε προς την ανηφόρα. Ακούω μια φίλη μου να κάνει ένα ωχ και να κοκαλώνει. Σηκώνω τα μάτια μου και κοιτάω απέναντι. Βγάζω έναν υπόκωφο θόρυβο και γυρίζω από την άλλη μην αντέχοντας το θέαμα. Τα μάτια μου θολώνουν. Ξανακοιτάω. "Το κτήριο αυτό λιώνει ακόμα" λέω. "Δε λιώνει, κλαίει" λέει η φίλη μου. Δίπλα κι άλλο κτήριο, κι άλλο, κι άλλο. "Πάμε να φύγουμε, δεν αντέχω εδώ" Ανεβαίνουμε ασθμαίνοντας με δακρυσμένα μάτια τον δρόμο. Σταματάμε σε ένα περίπτερο για νερό. Δεν μας χωράει ο τόπος. Δυσκολευόμαστε στην αναπνοή. Κανείς δεν μιλάει. Περπατάμε εδώ και 10 λεπτά προς άγνωστη κατεύθυνση. Μπαίνουμε στην αυλή μιας εκκλησίας. Η Αγία Παρασκευή. Την κοιτάμε. Δεν μιλάει κανείς. Σίγουρα, όλοι μέσα μας, ρωτάμε γιατί. Κανείς δεν τολμάει να το πει δυνατά. Καθόμαστε σε ένα παγκάκι. Έχει περάσει πάνω από μισή ώρα και δεν μιλάει κανείς.
Τελικά το Βελιγράδι ήταν βραστά αυγά, φασόλια με κρεμμύδια, ψωμί από καλαμπόκι και ζεστό γλυκό κρασί με κανέλα και γαρίφαλο. Είναι και πάλι βραστά αυγά, φασόλια με κρεμμύδια, ψωμί από καλαμπόκι και ζεστό γλυκό κρασί με κανέλα και γαρίφαλο. Αλλά είναι γιατί ξέρει να κρύβει καλά τις πληγές του και να μην σκύβει το κεφάλι.